Φόρτωση...

Ποιος έχει την εξουσία;

Οι αριστεροί και οι αριστερές λένε συχνά ότι «άλλο κυβέρνηση και άλλο εξουσία», χωρίς να είναι πάντα σαφές τι εννοούν – H συζήτηση για την επανάσταση με όρους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα είναι άκαρπη

Οι αριστεροί και οι αριστερές λένε συχνά ότι «άλλο κυβέρνηση και άλλο εξουσία», χωρίς να είναι πάντα σαφές τι εννοούν. Έχω πάντως την εντύπωση ότι κάποτε το απόφθεγμα λειτουργεί σαν άλλοθι ή σαν δικαιολογία, πιο πολύ για να δικαιολογήσουμε «μέσα μας» ότι το κόμμα μας υποστηρίζει μια κυβέρνηση που δεν εφαρμόζει «αριστερό πρόγραμμα», ή ό,τι φανταζόμαστε ότι είναι ή θα ήταν αριστερό πρόγραμμα. Καμιά φορά εννοούν ότι η κυβέρνηση δεν ελέγχει τη δημόσια διοίκηση –όλοι οι παλιότεροι/ες θυμούνται τις αλλαγές που έκανε το ΠΑΣΟΚ το 1981, προκειμένου να μπορούν οι υπουργοί του να διοικήσουν τα υπουργεία, τη γνωστή επέλαση των «πρασινοφρουρών». Το ΠΑΣΟΚ αξιοποίησε κάθε μέσο που του έδινε το προηγούμενο καθεστώς, με την κυριαρχία της χουντοδεξιάς στο Δημόσιο, καθεστώς που είχαν αφήσει ανέπαφο οι κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η αλήθεια είναι ότι μετά, το ΠΑΣΟΚ, με τον νόμο Πεπονή και το ΑΣΕΠ, όπως και με τον νόμο Παπαθεμελή για τις προσλήψεις στην Αστυνομία, επιδίωξε και, ως έναν βαθμό κατάφερε, να αλλάξει αυτήν την κατάσταση.

Πολιτική εξουσία και ταξική εξουσία

Κι όμως, ούτε μετά το ΠΑΣΟΚ «είχε την εξουσία»: κάθε ριζοσπαστικό του στοιχείο εξουδετερώθηκε και απορροφήθηκε. Η απορρόφηση αποδόθηκε εν πολλοίς στον οπορτουνισμό του Ανδρέα Παπανδρέου, που όμως δεν έπαιξε τον αποφασιστικό ρόλο. Υπάρχει κάτι άλλο, μάλλον ένα πλέγμα που εξουδετερώνει και απορροφάει και όποιος το αψηφήσει θα τα βρει μπαστούνια. Αυτό το πλέγμα ήταν και τότε εξαιρετικά ισχυρό –σήμερα είναι ισχυρότερο.

Πρόκειται, φυσικά, για τον ταξικό χαρακτήρα της εξουσίας. Προϋπόθεση για την ταξική εξουσία είναι η άρχουσα τάξη να μπορεί να εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας και μέτρα εναντίον της να παράγουν αποτελέσματα επιβλαβή για ολόκληρη την κοινωνία. Αυτό, ή η εντύπωση ότι αυτό συμβαίνει, παράγει τη συναίνεση. Εάν, ας πούμε, θέλεις να καταπολεμήσεις την ανεργία, χρειάζεται, στις συνθήκες του καπιταλισμού, να φροντίσεις ώστε οι συνθήκες να είναι συγκριτικά ευνοϊκές για την κερδοφορία του κεφαλαίου. Εάν δεν το φροντίσεις, οι επενδύσεις, με τις οποίες δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, θα είναι πενιχρές. Μιλάμε για την «κανονική» συμπεριφορά ενός καπιταλιστή που διακρίνει ότι το περιβάλλον που δημιουργεί η κυβέρνηση δεν ευνοεί την κερδοφορία του κεφαλαίου του είτε με τη φορολογία, είτε με την προστασία της εργασίας, είτε με την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ –και αυτό είναι το κρίσιμο– σε άλλα κράτη οι συνθήκες για την κερδοφορία είναι ευνοϊκότερες. Η σύγκριση με τις συνθήκες σε άλλα κράτη είναι κρίσιμη, επειδή, φυσικά, ο καπιταλιστής δεν ικανοποιείται με ένα οποιοδήποτε κέρδος, αλλά με το συγκριτικά μεγαλύτερο που μπορεί να πετύχει.

Σήμερα, στον παγκοσμοιημένο και ψηφιοποιούμενο καπιταλισμό, αυτή η συμπεριφορά των επιχειρήσεων είναι ευκολότερη, γιατί μπορούν πιο εύκολα να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους, και μάλιστα έχουν κίνητρα, αφού υπάρχει έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των κρατών για την προσέλκυση επενδύσεων από το εξωτερικό –ανταγωνισμός φορολογίας, υποδομών, εργασιακών σχέσεων, μισθολογικού κόστους, επιτοκίων. Ακόμα και αν είναι δύσκολο ή αδύνατο να μεταφερθούν εγκαταστάσεις, η αποκοπή από τις διεθνείς ροές κεφαλαίου και ο διεθνής φορολογικός ανταγωνισμός πλήττει τις επιχειρήσεις και την απασχόληση και καταναγκάζει τα κράτη (την «εξουσία») να συμμορφωθούν. Αυτός δεν είναι ο μόνος καταναγκασμός: υπάρχουν οι αξιολογήσεις που επηρεάζουν τον δανεισμό κρατών και επιχειρήσεων και, στην περίπτωση των μελών της ΕΕ, υπάρχει ο άμεσος καταναγκασμός με την εποπτεία της Επιτροπής, που στριμώχνει τα κράτη μέλη –ακόμα και αν δεν θέλουν, που συνήθως θέλουν και αξιοποιούν τις ενωσιακές δεσμεύσεις ως άλλοθι.

Ηγεμονία, κράτος και εξουσία

Συνήθως, όποτε αναφερόμαστε στην ιδεολογία μιλάμε για «ηγεμονία». Η έννοια είναι σωστή όσον αφορά μία διάσταση, όμως συγκαλύπτει το γεγονός ότι ο ιδεολογικός μηχανισμός είναι μηχανισμός εξουσίας. Ήδη πολύ νωρίτερα από το 1989, σε όλον τον, «δυτικό» τουλάχιστον, κόσμο ξεδιπλώθηκε η προσπάθεια να αντιστραφεί η ηγεμονία της κριτικής σκέψης και της κοινωνικής κριτικής που είχε εδραιωθεί μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο –αποτέλεσμα της καταγγελίας του καπιταλισμού ως υπαιτίου για τον φασισμό και τον πόλεμο. Η κυριαρχία αυτή την παρεμπόδιζε την κρατική εξουσία, καθώς η κριτική σκέψη και η κοινωνική κριτική δεν αμφισβητούν «απλώς» θεμελιώδεις αρχές και θεμελιώδεις ισχυρισμούς της αστικής εξουσίας, αλλά διαχέουν κιόλας αυτήν την αμφισβήτηση: στον κρατικό μηχανισμό, στην εκπαίδευση, στις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής αρωγής, ακόμα και στο ίδιο το προσωπικό των αστικών κομμάτων. Η επιχείρηση αντιστροφής έχει σε υψηλό βαθμο ολοκληρωθεί –το ζήσαμε στα Πανεπιστήμια, στον Τύπο, στα σχολεία, στο δικαστικό σύστημα. Δεν ήταν αποτέλεσμα τόσο ελεύθερης πάλης των ιδεών –παρότι υπήρξε και αυτή– αλλά προπάντων αλλαγής προσωπικού, όμως και αλλαγής της κατάστασης πραγμάτων και προσαρμογής σε αυτήν με ποινές και αμοιβές για όσους και όσες δυστροπούσαν ή προσχωρούσαν αντίστοιχα.

Ο ορισμός, λοιπόν, του κράτους από τον Ένγκελς ως μηχανισμού βίας δεν αρκεί για να αντιληφθούμε την αστική εξουσία. Χρειάζεται να αναπτύξουμε την έννοια της εξουσίας με τους επιμέρους προσδιορισμούς της, τη λειτουργία και την αλληλεπίδρασή τους. Διαφορετικά καραδοκεί το φάντασμα της ιστορίας του ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η άλωση του κράτους από τον κομματικό μηχανισμό που οδηγεί σε άλωση του κομματικού μηχανισμού από την αστική εξουσία και η μετατροπή του σε δικό της μηχανισμό, διεφθαρμένο κιόλας.

Τι σημαίνει, λοιπόν, «έχουμε την εξουσία»; Σημαίνει ότι ελέγχουμε στο εσωτερικό του κράτους όλους τους μηχανισμούς εξουσίας που, όπως είπαμε, δεν περιορίζονται στους μηχανισμούς της κρατικής βίας, δηλαδή τα ένοπλα σώματα, το ποινικό δικαστικό σύστημα, τις φυλακές. Οι μηχανισμοί εξουσίας περιλαμβάνουν την εργασία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, τον Τύπο, το αστικό δίκαιο, την κοινωνικοποίηση του ατόμου, την ίδια την καθημερινότητα. Εάν λοιπόν, ένα κόμμα, ένας άνθρωπος ή μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει «να αποκτήσει την εξουσία», επιδιώκει να επιβάλει δικτατορία.

Ο περίφημος ορισμός του κατόχου της εξουσίας από τον διαβόητο εθνικοσοσιαλιστή Καρλ Σμιτ: «Είναι αυτός που μπορεί να επιβάλει κατάσταση έκτακτης ανάγκης» είναι λάθος και το λάθος βρίσκεται στο ότι η εξουσία είναι διαρκής κατάσταση και όχι στιγμιαία, και η επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης είναι ήδη ένδειξη ότι η εξουσία βρίσκεται σε κρίση.

Δικτατορία της αστικής τάξης και δικτατορία του προλεταριάτου

Μετά την αποτυχία της επαναστατικής Ρωσίας να εγκαθιδρύσει ένα σταθερό καθεστώς προλεταριακής δημοκρατίας διαρκείας, οι προλεταριακές επαναστάσεις του 20ου αιώνα θέλησαν να ασκήσουν τον έλεγχο που αναφέρθηκε πιο πάνω ως δικτατορικό έλεγχο (διαστρεβλώνοντας με απολογητικό σκοπό τη γνωστή φράση του Μαρξ για τη «δικτατορία του προλεταριάτου») του κομμουνιστικού κόμματος αρχικά και της κρατικής–κομματικής γραφειοκρατίας στη συνέχεια και εντέλει, έπειτα από πολλές δεκαετίες, απέτυχαν. Δεν πρόκειται οπωσδήποτε και ολωσδιόλου για πολιτική αποτυχία. Η αποτυχία ήταν προπάντων κοινωνική: οι άνθρωποι έπαψαν να θεωρούν το καθεστώς «δικό τους», θεωρούσαν όλο και περισσότερο ότι άλλου είδους καθεστώτα θα εξυπηρετούσαν καλύτερα τα επιμέρους συμφέροντά τους. Έτσι εξηγείται ότι κανείς δεν έσπευσε να υποστηρίξει τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» που ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο δεν ανατράπηκε, αλλά κατέρρευσε. Τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» δεν τον υπερασπίστηκαν ούτε καν οι ηγετικές κοινωνικές ομάδες του –η κομματική και η κρατική–γραφειοκρατική και στρατιωτική ηγεσία– οι οποίες είχαν ήδη προσαρμοστεί στην επερχόμενη αλλαγή και είχαν πρωτοστατήσει στην εγκαθίδρυση του νέου καθεστώτος, από το οποίο και ωφελήθηκαν.

Κατά τη γνώμη μου, ο απόλυτος έλεγχος των κοινωνικών διεργασιών από το κόμμα και τη με αυτό διαπλεκόμενη κρατική γραφειοκρατία –δηλαδή η πολιτική δικτατορία– είναι ένας ουσιώδης λόγος για την αποτυχία και την κατάρρευση. Κι αυτό επειδή οι άνθρωποι δεν συμμετείχαν στις αποφάσεις που καθόριζαν τη ζωή τους. Η αίσθηση των ανθρώπων ήταν ότι το κράτος (και το κόμμα) ήταν κάτι ανεξέλεγκτο υπεράνω της κοινωνίας: ένα κράτος «ακόμα ημιτσαρικό», όπως το χαρακτηρίζει ο Ερνστ Μπλοχ στο Αθεϊσμός στον Χριστιανισμό, που εκδόθηκε πρόσφατα στα ελληνικά.

Στον σύγχρονο καπιταλισμό, αντίθετα, κυριαρχεί η αίσθηση –κι ας είναι ψευδαίσθηση– ότι το άτομο μπορεί σε μεγάλο βαθμό να φτιάξει τη μοίρα του, αφού οι οικονομικές και οι άλλες κοινωνικές σχέσεις δεν ρυθμίζονται με τη διαρκή επέμβαση μιας ανώτερης αρχής. Επιπλέον, στον σύγχρονο καπιταλισμό υπάρχουν κατά κανόνα δημοκρατία και δημοκρατικές ελευθερίες. Όσο και αν τα όργανα του κράτους δεσμεύονται κατά τη λήψη των αποφάσεών τους και κατά την εφαρμογή των μέτρων που αποφασίζουν από, όχι πάντα εκ των προτέρων γνωστούς, κανόνες και αποφάσεις άλλων που δεν έχουν την αποκαλούμενη «δημοκρατική νομιμοποίηση», η λειτουργία της δημοκρατίας, η διάκριση των εξουσιών, η ελευθερία του Τύπου (όσο και αν αυτή περιορίζεται από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων) και τα δικαιώματα των πολιτών δημιουργούν την πεποίθηση ότι «οι από πάνω» δεν μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και ότι «μπορώ να βρω το δίκιο μου» ή εν πάση περιπτώσει «μπορώ να βάλω τις φωνές».

Αυτή η εικόνα ως έναν βαθμό είναι αληθινή. Δηλαδή, το γεγονός ότι το αστικό δημοκρατικό καθεστώς δημιουργεί μια εικονική πραγματικότητα, δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα της δημοκρατίας είναι ολωσδιόλου εικονική. Δηλαδή, η δημοκρατία δεν είναι ψευδής –εννοώ τη δημοκρατία με την ελευθερία του Τύπου και της ατομικής ή συλλογικής έκφρασης, την ελεύθερη λειτουργία κομμάτων και οργανώσεων, τον ανταγωνισμό των κομμάτων για τη λαϊκή ψήφο, την ανεξαρτησία των δικαστικών αρχών κ.λπ.

Ποιος, λοιπόν, έχει την εξουσία; Πάντως δεν την έχει κανένα κόμμα. Ούτε καν τα κόμματα που, επειδή κυβέρνησαν για δεκαετίες –στην Ελλάδα η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ– έχουν αυξημένη επιρροή στη δημόσια διοίκηση, στις δικαστικές αρχές και στα ένοπλα σώματα του κράτους. Οπωσδήποτε αυτά τα κόμματα δεν εξουσιάζουν τον Τύπο. Τα ιδιωτικά συγκροτήματα του Τύπου τα ελέγχουν οι ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι έχουν –όχι αδίκως– ταυτίσει τα συμφέροντά τους με το αστικό καθεστώς. Όπως όλα τα ισχυρά οικονομικά συγκροτήματα, ταυτίζουν ακόμα τα συμφέροντά τους με την ακύρωση της εισβολής των λαϊκών τάξεων στο πολιτικό προσκήνιο, όπως αυτή συνέβη στη διάρκεια της κρίσης στην Ελλάδα. Δεν είναι ότι οι λαϊκές τάξεις «κατέλαβαν την εξουσία». Την αποδυνάμωσαν, όμως, και απέκτησαν ερείσματα σε αυτήν. Αυτή η δυσάρεστη εισβολή απειλεί την ανάπτυξη του καπιταλισμού με τη δική του εσωτερική λογική και πρέπει να ακυρωθεί.

Από τα προηγούμενα θα μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες κανείς δεν «έχει την εξουσία». Το συμπέρασμα έχει μία ορθή πλευρά: στη σύγχρονη αστική δημοκρατία καμία στενή ομάδα ανθρώπων δεν μπορεί να μονοπωλεί την εξουσία και να επιβάλλει τα συμφέροντά της σε άλλες. Η εκμετάλλευση των μισθωτών δικαιολογείται αντικειμενικά με τις ανάγκες της υλικής αναπαραγωγής, ρυθμίζεται με τους κανόνες της δημοκρατίας και, επομένως, δεν εμφανίζεται ως εξουσία των καπιταλιστών επί των μισθωτών, αλλά ως αντικειμενικά δεδομένη τάξη πραγμάτων. Αυτή η κατάσταση διάχυσης και περιορισμού της πολιτικής εξουσίας αντιστοιχεί στην ιδιομορφία του καπιταλισμού, η οποία απαιτεί ελεύθερο οικονομικό ανταγωνισμό, σχετική ελευθερία της κίνησης των ιδεών (διαφορετικά δεν αναπτύσσεται, ας πούμε, η επιστήμη, ούτε εκδηλώνονται ελεύθερα τα διαφορετικά συμφέροντα) και συγκερασμό αντιτιθέμενων και ανταγωνιστικών συμφερόντων –προπάντων μεταξύ των μερίδων των καπιταλιστών, αλλά και μεταξύ κυρίαρχων και υπεξούσιων τάξεων. Απαιτεί επίσης, στο ιδεολογικό επίπεδο, κοσμική δικαιολόγηση του κοινωνικού και του πολιτικού καθεστώτος, αφού ο καπιταλισμός, για να επικρατήσει και να αναπαράγεται, χρειάστηκε να απελευθερώσει τους ανθρώπους από την αναγωγή της εξουσίας στη θεία χάρη ή στο αίμα.

Η λάθος πλευρά συμπεράσματος ότι στις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες κανείς δεν έχει την «εξουσία» βρίσκεται στο ότι η αστική πολιτική θεωρία κατά κανόνα αποδέχεται μόνο την πολιτική εξουσία και αρνείται την κοινωνική εξουσία. Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός είναι πρωτίστως σύστημα εξουσίας. Η κοινωνική–ταξική εξουσία –ανεξάρτητα από το εκάστοτε πολιτικό σύστημα– τείνει να είναι τόσο απόλυτη και αδιαίρετη που μπορεί να γίνει λόγος για δικτατορία –αυτό είναι και το νόημα της ταξικής δικτατορίας που χρησιμοποίησε ο Μαρξ, τόσο για τη δικτατορία της αστικής τάξης, όσο και για τη δικτατορία του προλεταριάτου. Μόνο που ο δικτάτορας είναι δυσδιάκριτος.

Μικρή ιστορική αναδρομή

Την εξουσία, λοιπόν, δεν μπορούμε να την περιορίσουμε σήμερα στην κατάσταση της άμεσης άσκησης βίας ή απειλής βίας στην οποία αναφέρεται ο Ένγκελς. Εκείνος, ακόμα στην παράδοση της γαλλικής επανάστασης, ενδιαφερόταν για τα εθνικά κράτη και την εξουσία εκεί σε σχέση με τη δυνατότητα του επαναστατικού κινήματος να την ανατρέψει. Οι επαναστάτες της εποχής του, αλλά και αργότερα, δεν είχαν αντιληφθεί πλήρως την «αόρατη» πλευρά της αστικής εξουσίας και οπωσδήποτε δεν είχαν αντιληφθεί την υπερεθνική πλευρά, η οποία άλλωστε ήταν τότε ακόμα υποανάπτυκτη.

Παρά ταύτα, η χρήση από τον Μαρξ της έννοιας «δικτατορία του προλεταριάτου» ήταν ασαφής και ως εκ τούτου άστοχη. Ήταν ασαφής επειδή τη χρησιμοποίησε κατά δύο τρόπους. Ο ένας είναι η κοινωνική δικτατορία: «Ακόμα και η δημοκρατικότερη λαϊκή δημοκρατία είναι δικτατορία της αστικής τάξης. Το ίδιο θα είναι και η δικτατορία του προλεταριάτου». Ο άλλος είναι η πολιτική δικτατορία. Ο Μαρξ, όπως αργότερα και ο Λένιν, θεωρούσε ότι η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό θα είναι ταχύρρυθμη. Μιλώντας, λοιπόν, για πολιτική δικτατορία, αναφέρονται στο αυτονόητο ότι οι βίαιες επαναστάσεις εγκαθιδρύουν αρχικά ένα καταπιεστικό καθεστώς με απόλυτη συγκεντρωτική εξουσία προκειμένου να εμποδίσουν τους εχθρούς της επανάστασης να επιφέρουν την παλινόρθωση – όπως ακριβώς το έκανε η Γαλλική Επανάσταση και όπως ο Μαρξ θεώρησε ότι έπρεπε να είχε κάνει η Κομμούνα του Παρισιού και έκανε κατόπιν η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Αργότερα, στη δεκαετία του 1920 και μετά, θεωρητικοποιήθηκε η αναγκαιότητα της διαρκούς πολιτικής δικτατορίας αλλά ταυτοχρόνως η δικτατορία συγκαλύφθηκε και εξωραΐστηκε: η ουσιαστικά μονοκομματική δικτατορία ονομάστηκε «δημοκρατία», «δημοκρατική δικτατορία του λαού», «λαϊκή δημοκρατία», «παλλαϊκό κράτος». Ο απολογητικός χαρακτήρας αυτής της θεωρητικοποίησης είναι προφανής.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς, στα τέλη του 19ου αιώνα, με την εμπειρία της ήττας των Κομμουνάρων του Παρισιού και της γρήγορης ενδυνάμωσης του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Γερμανία, αποφαίνεται ότι, μετά την επινόηση του μυδραλλίου, η ένοπλη επανάσταση είναι αδύνατη. Οι εκλογές και ο κοινοβουλευτικός αγώνας, λέει, είναι ο δρόμος της επανάστασης του μελλοντος. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ διατύπωσε τη γνώμη ότι η σοσιαλιστική επανάσταση θα μπορούσε να είναι η πρώτη επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας που θα ήταν ειρηνική και θα είχε τη μορφή της «πολιτιστικής επανάστασης». Δεν είχαν υπολογίσει, ωστόσο, την πολιτική κατάρρευση του αστικού καθεστώτος που επέφεραν οι παγκόσμιοι πόλεμοι και την ύπαρξη, το 1917–1918, εκατομμυρίων ένοπλων ανθρώπων που δεν μπορούσαν να ελεγχθούν από το αστικό κράτος.

Η μόνη χρησιμότητα της μικρής ιστορικής αναδρομής είναι για να διαπιστώσουμε ότι αυτά τα ερωτήματα δεν απασχολούν πια κανέναν και, επομένως, η συζήτηση για την επανάσταση με όρους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα είναι άκαρπη. Θα χρειαστεί, λοιπόν, επόμενο άρθρο, ελπίζω σύντομα.